ἀτρεκής

ἀτρεκής, -ές, -έως
Grammatical information: adv.
Meaning: `exact, precise' (Il.); s. Luther "Wahrheit" und "Lüge" 43ff.; Leumann Hom. Wörter 304f.
Other forms: Homer has only ἀτρεκές and ἀτρεκέως.
Derivatives: ἀτρέκεια, -είη (-ίη) `what exactly happened, truth' (Hdt., Pi.);
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Taken as *`un-distorted', α privativum and *τρέκος n. `turning', and connected with ἄτρακτος (s. v.). The last cannot be correct. Connection with Lat. torqueō is impossible because of the laryngeal.
Page in Frisk: 1,181

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ατρεκής — ἀτρεκής, ές (Α) Ι. 1. πραγματικός, αληθινός 2. ασφαλής, σταθερός 3. (για πρόσωπα) δίκαιος, αυστηρός 4. (το ουδ.) το ἀτρεκές α) «ατρέκεια», αλήθεια, δικαιοσύνη 6) (ως επίρρ.) ακριβώς, στην πραγματικότητα II. επίρρ. ἀτρεκέως αληθινά, με ειλικρίνεια …   Dictionary of Greek

  • ἀτρεκής — strict masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκῆ — ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀτρεκής strict masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀτρεκής strict masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέστερον — ἀτρεκής strict adverbial comp ἀτρεκής strict masc acc comp sg ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκεστέρως — ἀτρεκής strict masc acc comp pl (doric) ἀτρεκής strict comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέα — ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀτρεκής strict masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκές — ἀτρεκής strict masc/fem voc sg ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέστατα — ἀτρεκής strict adverbial superl ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκέστατον — ἀτρεκής strict masc acc superl sg ἀτρεκής strict neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκεστάτην — ἀτρεκής strict fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεκεστάτου — ἀτρεκής strict masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.